krx

krx
Τό  τραγούδι στάθηκε σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους ὁ πρῶτος καί καλύτερος σύντροφος. Κατά τή μακρά περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, τότε πού πλάσθηκε ἡ νεοελληνική ψυχή, τό τραγούδι ἀκολούθησε τή μοίρα τῆς Φυλῆς.

 

Πλάσθηκε ἀπό τόν ἁπλό λαό καί ἐξέφραζε τά αἰσθήματά του: σπανίως αἰσθήματα χαρᾶς, κι αὐτά ὅμως σέ μιάν ἀτμόσφαιρα χαρᾶς καί λύπης μαζί. Αὐτό πού λέμε χαρμολύπη. Τά λεγόμενα  τραγούδια  τῆς  χαρᾶς  (γάμου,  ἔρωτα  κ.λ.π)  μπορεῖ  νά ἐκφράζουν αἰσθήματα ἀγάπης καί ἔρωτα, τό μουσικό τους ἔνδυμα ὅμως εἶναι φτιαγμένο μέ νότες πού ραγίζουν τήν ψυχή. Ὄχι, δέ ραγίζουν μόνο τά λόγια. Αὐτά μπορεῖ νά εἶναι χαρούμενα καί κάπου κάπου ὅταν θριαμβεύει καί νικᾶ ἡ ἀγάπη θριαμβικά. ‘H μουσική τους ὅμως, τό μέλος, ὁ ἦχος, τά φωνητικά «τσαλίμια» τοῦ τραγουδιστῆ, ἀναδίδουν  αὐτό  τό  αἴσθημα  τῆς  χαρμολύπης.  Τά  τραγούδια  τοῦ τόπου  μας  ἰδιαίτερα,  ἑνός  τόπου  ἱστορικά  πονεμένου,  ἀλλά  καί ὅλου  τοῦ Βόρειου  ἑλληνισμοῦ,  ἔχουν  τό  χαρακτηριστικό  νά  εἶναι  ἀργά,μακρόσυρτα, σέ δωρικό ρυθμό, μέ ἐλεγειακό χαρακτήρα. Εἶναι τραγούδια τοῦ σπιτιοῦ πιό πολύ, τῆς μοναξιᾶς, τῆς ἀπομόνωσης, τῆς τάβλας ὅπως λέμε.

Τά τραγουδοῦσαν στά σπίτια πιό πολύ, ἄνδρες καί γυναῖκες. Καί στά κοινά γλέντια. Εἶναι τραγούδια πού ὁ κάθε ἑπόμενος στίχος περνοῦσε στόν ἑπόμενο ἤ τήν ἐπόμενη πού κάθονταν  δίπλα.
Ἕνα δεύτερο χαρακτηριστικό τῶν τραγουδιῶν μας εἶναι ἡ πολλή στενή τους σχέση μέ τήν ἐκκλησιαστική μας μουσική. Οἱ παλαιότεροι ἄνθρωποί μας, ὄχι πολύ μακρυά, πρό τοῦ 1940 π.χ. ἦταν ἄνθρωποι ἐκκλησιαστικοί,  ὄχι  ἀναγκαστικά  ἄνθρωποι  τοῦ  περίγυρου  τῆς Ἐκκλησίας. Εἶχαν ἐκκλησιαστικό φρόνημα. ‘H ἀτμόσφαιρα τῆς πίστης  ἦταν  αὐτή  πού  ἀνέπνεαν  ὅλοι.  Καί  οἱ  λίγο  ἐκκλησιαζόμενοι κοσμοῦνταν ἀπό αὐτό τό ἦθος: δέν ἦταν παληκαράδες τῆς γειτονιᾶς. Τόν ἀνδρισμό τους τόν στόλιζε ἡ σεμνότητα καί εὐλάβεια.

 


 

Οἱ Κερδυλλιῶτες καί οἱ Κερδυλλιώτισες, περισσότερο ἀπό ἀλλοῦ, τραγουδοῦσαν πολύ. Εἶχαν -καί ἔχουν- καλές φωνές. Ἴσως τό... νερό, τό κλῖμα καί προπάντων ὁ ἀέρας, ἀλλά καί ἡ συνήθεια, ἡ καλλιέργεια τῆς φωνῆς καί ἄλλα στοιχεῖα δημιούργησαν ἕνα κλῖμα εὐνοϊκό στήν τέχνη καί τήν τεχνική τοῦ τραγουδιοῦ, ὄχι βέβαια στό βαθμό τῶν παγγαιορίτικων χωριῶν (Νικήσιανη κ.λ.π.) Πρίν ἀπό τό 1930 σχεδόν ὅλοι οἱ χοροί γίνονταν μέ τραγούδια. Σχηματίζονταν ἄτυπες χορωδίες πού πλαισιώνονταν μέ ἐθελοντές τραγουδιστές ὅλων τῶν ἡλικιῶν, καί τραγουδοῦσαν ὅλων τῶν εἰδῶν τά τραγούδια μέ ὅλους τούς ρυθμούς πού γνώριζαν. Στούς γάμους στό σπίτι τοῦ γαμπροῦ καί τῆς νύφης δέ σταματοῦσαν. Ἦταν συνήθεια καί ἔθιμο ἀπαράβατο: ὅσες γυναῖκες δέ χόρευαν, τραγουδοῦσαν μαζί μέ τούς ἄνδρες.

Μικροί μεγάλοι. Οἱ μικροί τά μάθαιναν καί συνέχιζαν στά μετέπειτα χρόνια. Αὐτό συντελοῦσε νά ἀποδίδονται καί ὁ στίχος ἀλλά καί τό μέλος καθαρά καί παραδοσιακά, ὅπως τό παρέλαβαν ἀπό τούς πα-τεράδες κι ἐκεῖνοι ἀπό τούς παπποῦδες καί τίς γιαγιάδες. Ὅλοι λοι-πόν τραγουδοῦσαν καί χόρευαν. Ἀπό τότε ἔμεινε ἡ συνήθεια-ὡραία ὄντως- νά τραγουδοῦν καί σήμερα ἔτσι, στά καλά καθούμενα, στό καφενεῖο κι ἀλλοῦ.
Στούς χορούς πάντα εἶχαν τά πρωτεῖα, σέ κάθε χωριό, οἱ λεγό-μενες  «πρῶτες  τοῦ  χοροῦ»,  μά  καί  πρῶτες  στό  τραγούδι.

Τέτοιες ἦταν  οἱ:  Κρυστάλλω  Ἀλέξη  Κολυφοῦ,  Μαρία  Ἀλβανοῦ,  Ἑλένη Σαμαρᾶ,  Καλούδα  Λιόλιου,  Ἀλεξάνδρα  Παπαγεωργίου,  Χριστίνα  Λιόλιου,Ἑλένη  Καμούδα,  Πασχαλίνα  Στεφανούδη,  Ἄννα  Κωστούδη κ.ἄ. Ἀπό τούς ἄνδρες διακρίνονταν οἱ: Κώστας Μιχούδης, Χρῆστος Στεφανούδης, Ἀθανάσιος Μυλωνᾶς, ὅλες καί ὅλοι ἀπό τό
πάνω χωριό.
Μετά τό 1936, ὅταν τό στομάχι χόρτασε, ἄρχισαν νά ἔρχονται τακτικά τά ὄργανα. Καί πιό μπροστά βέβαια, ἀλλά σπάνια, γιατί κόστιζαν πολύ. Τώρα ἡ Βρασνιώτικη κομπανία ἦταν κάθε λίγο καί λιγάκι στά Κερδύλλια. Γιά τά δεδομένα τῆς ἐποχῆς, ὁ Κύρκος κυρίως, ἦταν ἐξαιρετικός βιολιστής καί τραγουδιστής· προπάντων τραγουδοῦσε τουρκικά σαρκιά καί ἀμανέδες (Emitlerim, aman doktor κ.ἄ.)
Ὄχι  μόνο  στούς  γάμους,  τά  βαφτίσια  καί  τούς  ἀρραβῶνες,  μά καί στά καφενεῖα ἄρχιζε ἀμέσως, μέ δυό τσίπουρα, τό τραγούδι. Τέτοια γλεντάκια,λιγότερο τακτικά πρό τοῦ , πληθυνθηκαν ἀπό τότε καί μετά.
Στά τραγούδια, ὅπως παντοῦ, διακρίνονταν δυό τρεῖς γυναῖκες, μέ ἐξαιρετική φωνή καί ἰσχυρή μνήμη, πού τά ἀπέδιδαν κατά τρόπο ἔξοχο.
Τά ἴδια, καί πολλές φορές καλύτερα, διασκέδαζαν καί στό Κάτω χωριό.
Ἐλαφρῶς καλύτερα οἰκονομικά οἱ Κατωκερδυλλιῶτες τό ἔδιναν καί  καταλάβαινε  στό  Μαγαζᾶ,  ἀλλά  καί  παραπέρα,  στίς  ἀδελφές Μπουρλίτη, μά προπάντων στόν Τάσο Σκόρδα.
Ἐδῶ πρωταγωνίστριες στό χορό ἦταν οἱ: Γκόλφη Κωνσταντινιά, Χρυσανθή Χούπη, Ἀθανασία Φαραζᾶ, ἡ Μαρούσω, ἐνῶ στό τρα-γούδι ἐκτός ἀπό αὐτές, διακρίνονταν ἡ Εὐαγγελία Χούπη.
Στά  Κερδύλλια,  Πάνω-Κάτω,  οἱ  γυναῖκες  φοροῦσαν  μακρυά φουστάνια (Φουστανοῦσες).Ὄχι μέχρι τόν ἀστράγαλο, μά μέχρι τίς φτέρνες. Τό φουστάνι εἶχε γοῦστο νά σέρνεται λίγο στό χῶμα, σάν
τίς Γερακίνες τῆς Νιγρίτας. Μέ πάμπολλες πτυχές κάτω ἀπό τή μέση, μέ κέντημα στό στῆθος καί «ἁρματωσιά(ες) οἱ ἁλυσίδες καί τά χρυ-σαφικά. Ὅταν στό χορό μιά φουστανούσα ἔκανε στροφή, τό φόρεμα ἄνοιγε σά βεντάλια, θέαμα ἐξαίσιο.

Ὁ χορός τῶν ἡλικιωμένων, ἀνδρῶν καί γυναικῶν, συνήθως ἦταν ἕνας ρυθμός ἀργός, δωρικός, μέ μικρά καί σταθερά βήματα. Οἱ ἄνδρες σήκωναν τό δεξί πόδι ψηλά πρίν τό πατήσουν στή γῆ ἤ πρίν κάνουν στροφή, ἐνῶ οἱ γυναῖκες σήκωναν ψηλά τό χέρι τους κουνώντας συνέχεια τό μαντήλι τους. Οἱ κινήσεις τους εἶχαν μιά χάρη πού δέν περιγράφεται εὔκολα: λύγιζαν μέ μιά σοβαρή κίνηση τό κορμί τους κι ἀνέβαιναν λές κι ἀναδύονταν ἀπό τό κῦμα. Τό κεφάλι πάντα σκεπασμένο μέ μεγάλο μαντήλι (σια-μί) γεμάτο πολύχρωμα λουλούδια.
Ὅσον ἀφορᾶ στό εἶδος τῶν τραγουδιῶν πού ἀκούγονταν, αὐτά ἦταν τά καί μέχρι τώρα γνωστά «παλιογκαιρίσια» μακεδονικά καί μελοποιήσεις δημοτικῆς ποίησης, ὅπως ἡ Ἀρετή, ὁ Κωνσταντῆς, Μιά καλογρηά περιπατεῖ, Ὁ Πραματευτής κ.ἄ.
‘H μακαρίτισσα Δάφνη Κιμερλῆ μέ τρέλαινε μέ τέτοια τραγούδια πού τελειωμό δέν εἶχαν. Εἶχε ὡραία φωνή καί ἤξερε ἀμέτρητα. Πρέπει πάντως νά ὁμολογήσουμε, ὅτι αὐτοί οἱ ἀνώνυμοι καί ἀσπούδαστοι
μελοποιοί, εἶχαν φλέβα καλλιτεχνική, ἦταν ἐκπληκτικά εὐαίσθητοι στούς ἤχους, στίς ἐναλλαγές τους καί στά ἠχοχρώματα. Σήμερα καί εἰδικοί,  σπουδαγμένοι  στό  εἶδος  αὐτό,  ἀποκαλύπτονται  μπροστά στήν  τεχνική  καί  τήν  εὐαισθησία  ἐκείνων  τῶν  ἁπλῶν  ἀνθρώπων.
Ἀνθρώπων  πού  αὐτοσχεδίαζαν  τό  μέλος  εἴτε  βόσκοντας  γίδια, ὀργώνοντας, ἤ ἐπιστρέφοντας τό βράδυ στό σπιτικό τους.
Ἕνας τέτοιος ἄνθρωποις ὑπάρχει ἀκόμη στά Νέα Κερδύλλια. ‘H μνήμη του συλλογή τραγουδιῶν ἄπειρη. Ὅ,τι τραγούδι τοῦ ζητή-σεις θά στό πεῖ. Στό δρόμο, στό καφενεῖο, στό σπίτι, παντοῦ. «Τί μό πίνς, ἄμα δέν τραγδᾶς;» ἐπαναλαμβάνει συνεχῶς. Στό σπίτι του θά συνοδέψει τό τραγούδι καί μέ τό οὔτι ἤ τό βιολί του. Δέ θά διστάσει μάλιστα νά σοῦ τραγουδήσει κι ἕνα- δυό δικά του τραγού-δια. Εἶναι ὁ πασίγνωστος Μιχάλης (Μιχαῆλος) Μιχούδης. Θησαυρός ἀδαπάνητος. Κλασσικός λαϊκός στιχουργός καί συνθέτης.

......................................................

 

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΤΑ ΤΣΑΝΑΚΟΥΔΙΑ

Ὄχι δέν εἶναι κουρμπάνι τά Τσιανακούδια.Ἄλλωστε τήν ἐποχή
πού γίνονταν -καί γίνεται- τό ἔθιμο αὐτό δέν μποροῦσε ἡ Ἐκκλησία
νά ὀργανώσει κουρμπάνι. Τό Κουρμπάνι θέλει σφαχτά. Ἔτσι «κανονίστηκε», Σαρακοστιάτικα, νά τιμοῦν τούς πολιούχους ἁγίους Θεο-δώρους μέ ἕνα νηστήσιμο φαγητό, φασόλια κυρίως. Τήν Παρασκευή τῆς Πρώτης Ἑβδομάδας τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς οἱ Ἐπίτροποι τῆς Ἐκκλησίας μέ τόν παπά γυρνοῦσαν στά σπίτια καί μάζευαν «ὅτι, ἔχητι ηὐχαρίστησ’ γιά αὔριου». Καί οἱ νοικοκυρές ἤξεραν. Ἔδιναν φασόλια, ρεβίθια, φακή, λάδι κ.λ.π. Αὐτά θά πήγαιναν στό σπίτι πού θά μαγείρευε γιά αὔριο. Καί τό σπίτι αὐτό ἦταν ἑνός ἐκκλησιαστικοῦ Ἐπιτρόπου ἐναλλάξ κάθε χρόνο, ἀλλά καί λίγο τσορμπατζῆ. Τήν ἄλλη μέρα ὅλο τό χωριό στήν Ἐκκλησία. Ντυμένοι τά καλά τους ὅλοι καί ὅλες μετεῖχαν στή Λειτουργία κοινωνοῦντες κι ὅλας.
Ἤθελαν  δέν  ἤθελαν  νήστευαν.  Οἱ  γυναῖκες  δέν  ὑποχωροῦσαν, τουλάχιστον  τήν  πρώτη  ἑβδομάδα  τῆς  Μεγάλης  Σαρακοστῆς,  τήν «Καθαρή  Βδουμάδα»,  τούς  νήστευαν  ὅλους.  Ποῦ  νά  βάλουν  λάδι στό φαγητό! «Μέχρι τον Ἁηθόδωρο, πιδούδιμ’ , νά δυό μέρες εἶνι»,
παρηγοροῦσαν μικρούς καί μεγάλους οἱ μανάδες. Ἔτσι τιμοῦσαν πρεπόντως  τοῦ  ἁγίους  τους.   Οἱ  Ἅγιοι  Θεόδωροι  γιορτάζουν, ὅπως  ξέρουμε,  τό  Σάββατο  τῆς  Καθαρᾶς  Ἑβδομάδος.  Μετά  τήν Ἐκκλησία τραβοῦσε ὅλος ὁ ἀνδρικός κόσμος ὄχι γυναῖκες- στό σπίτι  τοῦ Ἐπιτρόπου  γιά  φαγητό.  Μαζί  καί  ὅλα  τά  πιδούδια.  Ὅλοι κρατοῦσαν  στό  χέρι  ἕνα  τσανακούδ’  -τσίγκινο  ἤ  λαμαρινένιο  καί
ἕνα κουτάλ’ καί τά χτυποῦσαν θόρυβος ὀρεκτικός. Ἐννοεῖται ὅτι στό σπίτι αὐτό ὄχι μόνο οἱ γυναῖκες τοῦ σπιτιοῦ, ἀλλά καί πολλές
ἄλλες  συγγενεῖς  καί  φίλες  ξημερώνονταν  μαγειρεύοντας.  Δέκα  μέ ἔντεκα ἡ ὥρα ἔπρεπε νά εἶναι ὅλα ἕτοιμα. Καί ἦταν. Τά δυό καζάνια ἄχνιζαν. Μέ τή σειρά ἔπαιρναν μπόλικο φαγητό, τούς δίνονταν καί ψωμί καί ὅλοι ἔτρωγαν ἐκεῖ στήν αὐλή, στό δρόμο. Τή μεγάλη φα-σαρία ἐκαναν τά παιδιά. Γρήγορα καταβρόχθιζαν τό φαγητό καί τό ψωμί κι ἔτρεχαν πίσω: -Θεία ἔχει κι ἄλλου; δώσιμι λίγου. Κι ἐκείνη ἐδινε ὅσο μποροῦσαν νά φᾶν. Τώρα μερικοί λέν: -«μί κείνη τ’ νησκά-δα κί τά τσανακούδια θά ἐτρουγάμι». Κάπου κάπου δίνονταν καί γλυκό: κόλυβα μέ πολλή ζάχαρη. Πολλές φορές καλοῦσαν στή γιορτή καί τό δεσπότη Σερρῶν. Πολλοί τό θυμοῦνται: Κωνσταντῖνος Μεγγρέλης ὁ μεγαλοπρεπής. Τόν ἀνέβαζαν  στό  χωριό  καβάλα  στό  ἄλογο,  μέ  συνοδεία.  Ἔμενε  στό σπίτι τοῦ Γιώργου Χατζῆ. Λειτουργοῦσε τό πρωί καί μετά τόν φί-λευαν κι αὐτόν, ὄχι βέβαια ἔξω, μά στό σπίτι τοῦ Χατζῆ μέ καλύτερα νηστήσιμα. Κάπου κάπου ἔβαζαν στό ρύζι καί χταπόδι καί κάποτε τό ἔψηναν καί μύρισε ὅλο τό χωριό. Ὡραῖες μέρες στή φτώχεια καί τήν κακοπέραση.
   Τώρα πλέον τά Τσανακούδια γίνονται στο νέο χωριό. Καί πά-λι  τῶν  Ἁγίων  Θεοδώρων,  τό  Σάββατο  τῆς  Α´  Ἑβδομάδος  τῶν Νηστειῶν. Καί πάλι ἡ Ἐκκλησία γεμάτη. Καί πάλι πάμπολλοι πιστοί «κοινωνοῦν». Καί πάλι ἡ φασουλάδα παίρνει καί δίνει. ‘H παραπλεύρως ἀπό τόν κυρίως ναό ἐξαιρετική αἴθουσα εἶναι γεμάτη μέ πρόσωπα χαμογελαστά καί χαρούμενα. Τη μέρα αὐτή τιμοῦν λίγοι δυστυχῶς Κερδυλλιῶτες πού μένουν στη Θεσσαλονίκη καί ἀλλοῦ, ἐνῶ προσφέρεται (Σάββατο). Προτείνω τή γενίκευση τῆς παρουσίας τους.
Ἔχει τεράστια σημασία αὐτή ἡ συγκέντρωση, αὐτή ἡ Ἐκκλησία.
Δείχνει  ἀνάγλυφα  τό   στενό  δεσμό  πού  ὑφίσταται  καί  πρέπει  νά ὑφίσταται, ἕνα σῶμα. Μόνο πού λυπᾶται κανείς μέ τήν ἐπιδεικτική ἀπουσία τῶν νέων.
Ἐδῶ  εἶναι  Κερδύλλια,  μέ  τήν  πρόσφατή  τους  ἱστορία,  καί  ἡ συμμετοχή στά κοινά, καί εἰδικά στό πανάρχαιο αὐτό ἔθιμο, εἶναι ἐπιβεβλημένη. Γιά νά μήν ὑπενθυμίσω τήν ἀρχαία ἐκεῖνη ἀθηναϊκή πρακτική πού θεωροῦσε τόν μή μετέχοντα στά κοινά «ἀχρεῖο». Σέ ἐποχές  ἀμνησίας  καί  ἀποχρωματισμοῦ,  σάν  αὐτή  πού  διανύουμε τούς χρόνους καί καιρούς αὐτούς, καθῆκον ὑπέρτατο εἶναι νά διατηρήσουμε τό χρῶμα καί τήν ψυχή μας. Προπάντων οἱ νέοι, καί ἀκόμη περισσότερο οἱ νέοι γονεῖς πλάθοντας τά παιδιά τους γνήσιους ἀνθρώπους πού ἀγαποῦν τόν τόπο τους, ὅσο φτωχός κι ἄν εἶναι.
Πιστεύω πώς τά Τσανακούδια θά διατηρηθοῦν καί δέ θά σβήσουν, ἐκτός ἄν κάνουμε τήν τοπική μας κοινωνία τόσο ἄχρωμη καί ἄοσμη, ὥστε τίποτα πιά νά μήν ἔχει σημασία. Ἄν δηλαδή πετάξουμε ἀπ’ τή ζωή τοῦ χωριοῦ καί τή ζωή μας κάθε «νόημα».

 
ΑΛΛΑ ΕΘΙΜΑ


Τά  ἔθιμα  τῶν Κερδυλλίων δέν  διαφέρουν οὐσιαστικά  ἀπό  τά ἔθιμα τῶν ντόπιων χωριῶν τῆς Βισαλτίας. Γι αὐτό θά εἴμαστε ὅσο γίνεται σύντομοι τονίζοντας ἐκεῖνα μόνο τά σημεῖα πού διαφέρουν
κάπως καί κρύβουν ἤ ἐμπεριέχουν κάποιο νόημα πού δέν ὑπάρχειἀλλοῦ. Κρίνω σκόπιμο νά ἀρχίσω ἡμερολογιακά, ἀρχίζοντας ἀπό τήν 1η τοῦ ἑτους.

 

Τά κάλαντα, ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ, μέ κανένα τρόπο δέν ἄρχιζαν τήν προηγούμενη καί ὄχι πρίν τή 12η βραδυνή τῆς Παραμονῆς. Ἀπό τίς 12 καί μετά. Φασαρίες καί καυγάδες γιατί μιά μάνα δέν ξύπνησε τήν κανονική ὥρα τό γιό της. Γερό ντύσιμο-τό χιόνι πάντα ἦταν παρόν τέτοιες μέρες ἐδῶ ψηλά- τή σακκούλα περασμένη χιαστί, τήν «κουκούδα» στό χέρι καί μέ τήν παρέα-ποτέ περισσότερα ἀπό τρία ἄτομα- ἀπό σπίτι σέ σπίτι. Κουκούδα δέν εἶναι τό τοπούζι, τό γνωστό ἀπό βέργα κρανιᾶς πού στό κάτω μέρος εἶχε ἕναν ἀρκετά χονδρό ρόζο, κουκούδα ἦταν κάτι τό φτιαχτό· ἕνα στρογγυλό ξύλο, χονδρή βέργα πού ἔμπαινε σέ ἕνα κυλινδρικό χονδρό καί μικρό ξῦλο.Οἱ φωνές ξεσήκωναν τό χωριό:
«Σοῦρβα σοῦρβα κόλιντα δός κυρά μ’ καρύδια» κ.λ.π.
Οἱ τρουβάδες γέμιζαν συνήθως ξυλοκέρατα πασίγνωστα καί ἄφθονα  καθ’   ὅ  πάμφθηνα-  καρύδια,  ἀμύγδαλα,  καμιά  καραμέλα καί- σπανιώτατα- κανένα μανταρίνι, κι αὐτό σέ συγγενικά παιδιά κι ἀπό τσορμπατζῆδες. Πολλοί, ἀστειευόμενοι, ἔδιναν κομματάκια ἀπό τή «μούτσκα», τή μούρη τοῦ γουρουνιοῦ. Τά ἔβαζαν στή σακκούλα κι ὅταν δοκίμαζαν-τά καημένα- ἄρχιζαν νά βρίζουν καί νά γελοῦν. Κατά τά
χαράματα, κάθονταν σέ ἕνα κατώι καί ἔκαναν λο-γαριασμό, ποιός μάζεψε πιό πολλά.Τό  μέτρο  ἦταν  οἱ «εἰκουσάρις» ἤ  «κουσαριές».π.χ.  «τρεῖς εἰκουσάρις μύγδαλα, πέντε ξυλοκέρατα» κ.λ.π.
Τό φαγητό τῆς πρωτοχρονιᾶς σ’ ὅλα τά σπίτι ἦταν πατσᾶς, ἀπό τό κεφάλι τοῦ Χριστουγεννιάτικου γουρουνιοῦ πού τό ἔβραζαν στή «χαρκότσκα»,πύλινη κατσαρόλα πού τήν ἔκλιναν ἐρμητικά μέ ζυμάρι-προζύμι.Τή δεύτερη μέρα γίνονταν τό ποδαρικό, ὁλόκληρη τελετή. Συνή-θως ὁ πρῶτος ἐπισκέπτης ἔπρεπε νά εἶναι συγγενής. Ἔξω ἀπό τό σπίτι ἔπαιρνε μιά βαρειά πέτρα καί κρατώντας λίγο πουρνάρι ἤ ζιλινιά(εἶδος πουρναριοῦ πού ἔχει φῦλλα χωρίς ἀγκάθια-τρυφερό), ἔμπαινε στό σπίτι.Κάθονταν δίπλα στό ἀναμμένο τζάκι καί ἔρριχνε τό κλαδί. Αὐτό πρατσάλιζε  (ἡχοποίητη  λέξη-πράτς’  πράτς,  ὁ  κρότος  τοῦ  φύλλου πού καίγεται) καί ὁ ποδαριστής εὔχονταν: «ὅπως σκάζ’ ἡ ζιλινιά νά σκάζουν τ’ ἀβγά τσ’ Κρουστάλλους (νά ὑπάρχει ζωή πλούσια) ὅπους εἶνι βαρειά ἡ πέτρα νά εἶν’ βαρειά κι ἡ σουδιά»
Ἔβαζε  ὕστερα  τά  φῦλλα  δίπλα-δίπλα.  Αὐτά  ἀπό  τή  φωτιά ἔσκαζαν καί πετάγονταν. Ἄν ἔρχονταν κοντά τό ἕνα με τό ἄλλο, θά ἔχουμε καλά μαντάτα τό νέο χρόνο· ἀρραβωνιάσματα, γάμο, γεννη-τούρια κ.λ.π.
‘H  ἐπαλήθευση  τῶν  εὐχῶν  ἀνέβαζε  τόν  ποδαριστή  σέ  ὑψηλό ἐπίπεδο ἐκτίμησης γιά τό σπίτι αὐτό: ἦταν πάντα εὐπρόσδεκτος καί τιμώμενος.


2. ΤΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ. ‘H Βάπτιση ἀφοῦ γίνονταν σέ μιά κολυμβήθρα στό ναό, μετά γίνονταν ὁ ἁγιασμός τῶν ὑδάτων στό Ντριγα-νίτσι. Στα Κ. γίνονταν μέσα στο ναό.
3. Τίς ΑΠΟΚΡΗΕΣ γίνονταν, ὅπως παντοῦ, τά καρναβάλια. Πρωταγωνίστριες σ’ αὐτά ἦταν πάντα ἡ Ἑλένη Σαμαρᾶ (ἀδελφή τοῦ Βασίλη) ἡ Μπέαινα καί ἡ Βεργίνα.
Τό ἀπόγευμα τῆς Τυρρηνῆς γίνονταν στό ναό ὁ Ἐσπερινός τῆς Συγχώρησης. Παρόν ὅλο τό χωριό καί ἀληθινή συναδέλφωση πάντων.
Τό βράδυ ὅλοι πήγαιναν στούς νουνούς, κυρίως οἱ νέοι, κρατώ-ντας λίγο γλυκό, χαλβά σιμιγδαλένιο, κανένα πορτοκάλι κ.λ.π. καί γίνονταν ἡ δεύτερη συγχώρηση Τή μέρα αὐτή οἱ νοικοκυρές ὅλες μοίραζαν σ’ ὅλα τά σπίτι χαλ-βά. Σ’ ἕνα πιάτο ἔστελναν τά παιδιά τους ἀπό πόρτα σέ πόρτα. Στό δρόμο ὅμως γίνονταν τό «πλιάτσικο»: παρέες πού εἶχαν τελειώσει
τό μοίρασμα ἐπιτίθονταν σέ παιδιά πού κρατοῦσαν τό πιάτο μέ τό χαλβά καί τόν ἔπαιρναν. Φασαρία, σπάσιμο, ράγισμα τῶν πιατων, καυγάδες. Την Κυριακή αὐτή δέν ἦταν δυνατόν ὁ Θανάσης Μυλωνᾶς
νά μην ντυθεῖ παπᾶς. Κι ἔτσι ντυμένος κατέβαινε στό Κάτω χωριό, ὅπου μαζί μέ τόν ἀδελφικό φίλο του Τάσο Σκόρδα περνοῦσαν ὅλους τούς δρόμους τραγουδώντας.
4. Τήν πρώτη Μαρτίου κι ἐδῶ τραγουδοῦσαν μέ τή «χελιδόνα» τό γνωστό τραγούδι.
5. Οἱ «Λατζαρίνες» εἶχαν τήν τιμητική τους τό Σάββατο τοῦ Λα-ζάρου. Ξακουστές Λατζαρίνες ἦταν οἱ: Χρυσούλα τ’ Παπανικόλα, Ἑλένη  Σαμαρᾶ  καί  καλύτερη  ἀπ’   ὅλες  ἡ  Χριστίνα  Στεφανούδη.
Συνήθως αὐτοσχεδίαζαν ἀνάλογα μέ τό σπίτι πού κάθε φορά βρί-σκονταν. Εὔχονταν ἀρραβῶνες, γάμους, ὑγεία σέ σπίτια πού εἶχαν ἄρρωστο  κ.λ.π.  Ὑπῆρχαν  βέβαια  καί  εἰδικά  τραγούδια  τῆς  μέρας αὐτῆς.
6.  ΠΑΣΧΑ.  ‘H  γιορτή  τοῦ  Πάσχα   γίνονταν  ὅπως  παντοῦ.
Ἰδιαίτερη ἦταν ἡ ἀδημονία τῶν τσομπαναραίων ν’ ἀκούσουν « τον καλό λόγο». Ὅλοι ἐκεῖνο τό βράδυ ἀγρυπνοῦσαν στα μαντριά. Τα’ ἀφτί  τους  σέ  ἐγρήγορση,  «αὐκριοῦνταν»  συνέχεια.  Πενῆντα  μέρες περίμεναν, δέν ἦταν λίγο. Κάποιος πού τόλμησε νά πάρει λίγο γάλα, τοῦ τις ἔβρεξαν..
-Σώπα ρε, σά ν’ ἀκούσκαν καμπάνιες... (κυρίως τοῦ Ἁγίου Γεωργίου πού ἀκούγονταν παντοῦ) ἄντι «Χριστός ἀνέστη». Ἄναβαν καί μια φωτιά «για τό καλό».
Τή δεύτερη μέρα γίνονταν «ΤΑ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑΤΑ». Περιγράψαμε ἀλλοῦ τή διαδικασία. Νά προσθέσουμε ἐδῶ ὅτι ἡ προεξάρχουσα τῆς λιτανείας αὐτῆς ἦταν ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας-ἡ γνωστή μας. Βα-ρειά πολύ, τήν ἔπαιρναν τά γερά παληκάρια. Ἡ πορεία πολύ μεγά-λη. Εἶναι γνωστή ἡ μεγάλη στάση πού γίνονταν στό Μοναστήρι, τόν Ἅγιο Δημήτριο. Νά προσθέσουμε πώς, τελευταῖα, στό Μοναστήρι συναντιόνταν καί τά ΕΙΚΟΝΙΣΜΑΤΑ τοῦ Κάτω χωριοῦ. Κόσμος πολύς. Παρόντα καί τά κοπάδια τῶν χωριῶν ν’ ἁγιασθοῦν. Τό συγκινητικό εἶναι ὅτι ἄν ἕνα γίδι πλησίαζε τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας καί τήν ἀκουμποῦσε, ὁ κεχαγιᾶς τό ξεχώριζε ἀμέσως καί τό ἀφιέρωνε στή χάρη Της. Σκέφτομαι τήν εὐλάβεια τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καί τή
συγκρίνω μέ τή δική μας!
8. Τόν Ἰούλιο γίνονταν τά ΤΖΙΤΖΙΡΟ-ΚΟΥΛΟΥΡΑ( Τζίτζιρας-κουλούρι, κλίκ’ ).Τό κουλούρι αὐτό πλάθονταν ἀπό σιτάρι τῆς νέας παραγωγῆς.Τό ἔθιμο τό τηροῦσαν συνήθως οἱ τσορμπατζῆδες. Πήγαιναν στό Ντριγανίτσι (ἤ Σουλίστρο), τό μοίραζαν στούς παρευ-ρικόμενους καί τό ὑπόλοιπο σέ κομμάτια μικρά τό ἔρριχναν στή γούρνα, γιά τά ζῶα, εὐλογία.
9. ‘H νηστεία τοῦ Δεκαπενταυγούστου ἐτηρεῖτο σχολαστικά. Κα-μιά ἐξαίρεση. ‘H Παναγία ἦταν τό κατ’ ἐξοχήν τιμώμενο-λατρευόμενο
πρόσωπο στα Κερδύλλια. Ἄλλαζαν-πρός διευκόλυνση τῆς νηστείας,
νά τήν κάνουν περισσότερο εὔκολη- καί τά συστατικά τοῦ ψωμιοῦ.
Οἱ νοικοκυρές ζύμωναν τό «ΕΦΤΑΖΥΜΟ», φτασμίτκο ἤ Φτάζυμο.
Δέν θά παραπέμψω τή συνταγή του σέ ὑποσημείωση γιατί δέν θά διαβασθεῖ. Θέλω ὅμως νά τήν ξέρουν οἱ νεώτερες Κερδυλλιώτισσες.
Τό Ἑφτάζυμο γίνεται μέ μαγιά ρεβυθιοῦ. Σπάζουν τά ρεβίθια, τά βάζουν σέ ἕνα δοχεῖο πού κλείνει πολύ καλά καί ἔχει μέσα πολύ ζεστό νερό. Τά κρατοῦν ἐκεῖ δυο-τρεῖς μέρες. Τό νερό φουσκώνει καί γεμίζει φυσαλίδες. Τότε μέ τό νερό αὐτό ἡ νοικοκυρά πιάνει προζύμι. Τό σκεπάζει καλά γιά νά «γίνει» καί μετά ζυμώνει τά ψωμιά-ἑπτάζυμα.
Τά ψωμιά ἀργοῦν νά γίνουν, 6-7 ὧρες ( ἐξ οὗ καί ἡ ὀνομασία). Ὅλη ἡ διαδικασία γίνεται πάντα νύχτα, μακρυά ἀπό τά βλέμματα ὅλων, γιά νά μή τό βασκάνουν... 
10.Στίς 30 Νοεμβρίου, τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα, οἱ Κερδυλλιώτισσες ἔβραζαν καλαμπόκι καί τό μοίραζαν σ’ ὅλο τό χωριό. Δέν γνωρίζω τή σημασία τοῦ ἐθίμου, ἀλλά ἦταν τό τελευταῖο ἀπό τά προϊόντα πού μάζευαν.Ἔτσι ἔβγαζαν μερίδα για ὅλους καί εὐλογία.
 
 ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ.

Τό ἰδιαίτερο πού συμβαίνει εἶναι ἡ διαδικασία στή σφαγή τοῦ
γουρουνιοῦ. Ὅλα τά σπίτια εἶχαν γουρούνι. Καί σφάζονταν τήν προπαραμονή τῶν Χριστουγέννων συνήθως. Ὅταν ἔρχονταν οἱ σφάχτες, ἄνθρωποι τοῦ σπιτιοῦ καί καναδυό φίλοι, ἡ νοικοκυρά ἔπαιρνε ἕνα κεραμίδι, ἔβαζε πάνω δυό-τρία ἀναμμένα κάρβουνα, λίγο θυμίαμα καί θύμιαζε κουμάσι καί γουρούνι, γιά τό καλό. Ἀκολουθοῦσαν τά λοιπά, μέ τά ἀστεῖο τοῦ πράγματος: ποιός νεαρός θά πάρει τή φού-σκα. Αὐτός βέβαια πού θά... τήν ἔδειχνε πιό γρήγορα.
Ὁ Ἐκκλησιασμός, στίς 5 τό πρωί ἦταν γενικός καί καθολικός. Τό χριστουγεννιάτικο φαγητό ἦταν πάντα ὄχι κότα γεμιστή, μά μεγάλη σούβλα μέ χοιρινές «μοῖρες», πού μετά τήν Ἐκκλησία ἦταν ἕτοιμη.

ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ-ΓΑΜΟΣ

1. ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ
Οἱ γάμοι στό μεγαλύτερο ποσοστό τους ἦταν προϊόντα συνοικε-σίου-προξενιᾶς. Ὁ πρῶτος-καλύτερος προξενητής ἦταν ὁ Τόλιος, τό Χαριτούδι.
Ἤξερε τά πάντα γύρω ἀπό τούς νέους καί τίς νέες, τίς συμπάθειες, τίς ἐπιθυμίες τῶν γονέων καί ρύθμιζε τά πάντα κατά τό συμφέρων ὅλων. Τίς νέες οἱ μεγάλοι τίς ἔβλεπαν στό πανηγύρι, στό ναό, στούς χορούς, στούς γάμους. Καί δέν ἔβλεπαν μόνο τήν ὀμορφιά, μά καί τή σωματική διάπλαση, τή δυνατότητα γιά δουλειά. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι γονεῖς γαμπροδιάλεγαν καί νυμφοδιάλεγαν. Μέ τή μεσολάβηση τοῦ Τόλιου, συνταντιοῦνταν, συζητοῦσαν καί ἀφοῦ συμφωνοῦσαν, πεθερός ἀπό τήν πλευρά τοῦ γαμπροῦ καί προξενήτης ἔφθαναν ἕνα βράδυ στό σπίτι τῆς νύφης. Ἐκεῖ μεταξύ λίγου ρακιοῦ καί συζήτη-σης περί ἀνέμων καί ὑδάτων, ἔπεφτε καί ἡ πρόταση: « Τίς λές Δημητρό τ’ ἀρραβουνιάζουμι τά πιδιά; Μεῖς ἔχουμι καλό πιδί κι τν’ ἀγαπάει τ’ Χρυσανθή». -« Κι μεῖς ἔχουμι μιά πιριστέρα πού ἔχ’ ὅλα τά  καλά». Ἔτσι  δίνονταν  ὁ  ἀρραβών  (λόγος  τιμῆς,  ὑπόσχεση  γάμου).  Ἀκολουθοῦσαν  κεράσματα  καί,  συνήθως,  κάποιο  παληκάρι ἔρριχνε  μιά  τφυκιά,  πού  σήμαινε  «γίνκι  δλειά».  Ἔκτοτε  ὁ  προξενήτης ἦταν πρόσωπο πού τό τιμοῦσαν ἰδαίτερα καί εἶχε ἐλεύθερη
πρόσβαση στό σπίτι τους.
Ὁ  ἀρραβών  σέ  καμιά  περίπτωση  δέ  σήμαινε  τό  σούρτα-φέρτα τοῦ γαμπροῦ στό σπίτι τῆς νύφης καί τά ἀντίστροφο. Λίγες φορές βλέπονταν κι αὐτό μόνο μέ τήν παρουσία τῶν μεγάλων. Τό ἄγγιγμα
τοῦ χεριοῦ ἦταν ἀρκετό.
Ἄν συνέβαινε τό ζεῦγος νά εἶναι περισσότερο θερμό καί ἔκλεβαν κανένα φιλί, αὐτό πιά ἦταν τό ἅπαν. Κανένας ἀπό τούς δυό δέν κοι-μόταν ἐκεῖνο τό βράδυ..

ΓΑΜΟΣ


‘H  διαδικασία  τοῦ  γάμου  ἄρχιζε  τήν  Πέμπτη.  Τότε  πιάνονταν τά προζύμια καί πλάθονταν τά ψωμιά μέ πρῶτο τό «πρωτόζυμο», τό στρογγυλό κουλούρι, τού κλίκ’, πού θά ρίξει ἡ νύφη τήν Κυριακή στίς ἐλεύθερες κοπέλες. Τά ψωμιά τά ζύμωναν τρεῖς νεοπαντρεμένες  πού  οἱ  γονεῖς  τους  ζοῦσαν...Τεράστια  ἡ  σημασία  τοῦ  πράγ-ματος. Ἐπίσης ἔστρωναν τήν προίκα καί δέχονταν καί νέα δῶρα.
Ἐννοεῖται ὅτι τό ζευγάρι καί οἱ ἑκατέρωθεν συγγενεῖς τίς μέρες μέχρι τή στέψη «ἔκοβαν τίς σχέσεις», μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀπαγορεύονταν οἱ ἐπισκέψεις. Τούς παραβάτες τούς ἀλεύρωναν ἤ τούς μουντζούρωναν. Κάθε βράδι στά σπίτια τῶν μελλονύμφων γίνονταν διασκέδαση μέ χορούς καί τραγούδια. Ὁ γάμος ἦταν κοινή γιορτή. Συμμετεῖχε ὅλο τό χωριό. Οἱ χοροί αὐτοί, μέχρι τό Σάββατο, γίνονταν μόνο μέ τραγούδια, σχεδόν χορωδιακά. Ἄντρες  καί  γυναῖκες  τραγουδοῦσαν  μαζί  ἤ  ἐναλλάξ  καί  οἱ ὑπόλοιποι χόρευαν. Καί χόρευαν πολύ, μέχρι τό πρωί. Ἔτσι ὅλοι ἤξεραν νά τραγουδοῦν ὅλα τά τραγούδια, τά λεγόμενα «τῆς χαρᾶς ἤ γαμιώτικα».

Ἀκουθοῦσαν τά γνωστά καί ἀπό ἀλλοῦ ἔθιμα. ‘H μεταφορά τῆς προίκας, τό «ξύρισμα» τοῦ γαμπροῦ μέ τά λεφτά πού ἔπεφταν στό προσόψι τοῦ κουρέα, τό «νυφοστόλ’ » καί τά λοιπά. Τό φαγητό στό
νουνό, μέ τά ὄργανα, τό πάρσιμο τῆς νύφης τήν Κυριακή.’H μετα-φορά τῆς προίκας γίνονταν πάντα πρό τῆς στέψης. Μετά τή στέψη, μέ τά ὄργανα μπροστά καί τούς φίλους μέ τά μπουκάλια οὖζο στά
χέρια χορεύοντας, ὅλοι πορεύονταν στό σπίτι τοῦ γαμπροῦ, ὅπου
γίνοταν χορός μεγάλος μέχρι ἀργά, πολλές φορές μέχρι τό πρωί. Κά-ποια στιγμή, στό μεγάλο ὀντά-σαλόνι πού ἦταν μαζεμένοι ὅλοι οἱ μεγάλοι στήν ἡλικία, ἡ νύφη περνοῦσε μπροστά ἀπό κάθε καλεσμένο, ἔκανε μιά ὑπόκλιση καί «Ντάριζε»( do, ρῆμα λατινικό, δίδω) δώριζε
ἕνα πουκάμισο στόν πεθερό, κάτι στήν πεθερά φιλώντας τους τό χέ-ρι. Καί ἀκολούθως σέ ὅλους τούς συγγενεῖς, πρῶτα τοῦ γαμπροῦ καί μετά στούς δικούς της. Τό καλύτερο βέβαια στόν προξενητή. Ἀργά τό ζεῦγος ἀποσύρονταν γιά ξεκούραση.
Τό  πρωί  ἡ  ἀγωνία  καί  ἡ  περιέργεια  ὅλων  ἦταν  τό  χρῶμα  τοῦ σεντονιοῦ, πού πάντοτε ἦταν κόκκινο, ἀπόδειξη τρανή τῆς παρθενίας καί ἁγνότητας τῆς νύφης. Ὁ γαμπρός ἔστριβε τό μουστάκι του· ἀπέδειξε τόν ἀνδρισμό του...
Τή Δευτέρα κατά τίς 11 π.μ. ἡ νύφη καί τό νέο σόϊ της καί μέ τίς
φιλενάδες  της  πήγαινε  νά  πάρει  νερό  ἀπ’  τό  Ντριγανίτσι.  Κι  ἐκεῖ γίνονταν ἕνας ἀκόμη χορός, ὁ τελευταῖος τοῦ γάμου.
‘H νύφη ξανάβγαινε τήν ἐπόμενη Κυριακή μέ τόν ἄνδρα της στό σπίτι τοῦ κουμπάρου, ὁ ὁποῖος τούς παρέθετε ἐπίσημο γεῦμα.
Τά ἴδια ἔθιμα ἐπικρατοῦσαν καί στό κάτω χωριό. Ἐδῶ εἶχαν τήν πολυτέλεια νά ἔχουν καί ὄργανα καί μάλιστα δυό κομπανίες, ἐνῶ Πάνω ἀρκοῦνταν στά τραγούδια καί, τό πολύ, στή γκάϊντα καί στό νταγρέ. Ἀπό τό 1936 καί μετά γενικεύτηκαν τά ὄργανα ἀπό τά Βρασνά.
Ὁ ἀναγνώστης θά παρατήρησε πώς τά πιό πάνω ἔθιμα εἶναι κοινά στή Βισαλτία καί σ’ ὅλα τά χωριά μας, μέ τίς μικρές ἰδιαιτερότητες πού παρουσιάζονται ἐδῶ κι ἐκεῖ. Μιά ἀγροτική κοινωνία ἐκλογίκευε
καί δροῦσε κατά τό δικό της τρόπο τή ζωή καί τήν ἱστορία της, τά γεγονότα καί τούς μύθους γύρω ἀπό αὐτά. Ὁ δεσμός συνοχῆς της ἦταν  πολύ  ἰσχυρός.  Παρά  τίς  διαφορές,  δέν  ἔσπαζε.  ‘H  συγγένεια στενή καί οἱ λοιποί δεσμοί ἱεροί καί ἀπαραβίαστοι. Βαθύτερα ἄν παρατηρήσουμε  βλέπουμε  τήν  κεφαλαιώδη  σημασία  πού  ἔπαιζε  ἡ πίστη τῶν ἀνθρώπων.
Ὅλα τά ἔθιμα πού εἴδαμε ἔχουν ἄμεση σχέση μέ τήν Ἐκκλησία.
Οἱ  ἄνθρωποι  ἦταν  ἐκκλησιαστικοί  ἄνθρωποι.  Τίποτα  δέν  ἔκαναν χωρίς νά κάνουν τό σταυρό τους, ποτέ δέν ἔτρωγαν, δέν ἄρχιζαν μιά δουλειά χωρίς τήν ἀναφορά τους στό Θεό. Ἐπίσης παρατηροῦμε τήν ἰδιαίτερη τιμή πού ἀπέδιδαν τόσο στά ἄψυχα πράματα τῆς φύσης,
ὅσο καί στά ζωντανά, ἀκόμη καί στά τεμπέλικα τζιτζίκια...
Οἱ νεοέλληνες, καί οἱ νεοκερδυλλιῶτες, βέβαια, ἀκολουθώντας τό συρμό, ἀποστασιοποιοῦνται δυστυχῶς ἀπό ὅλα αὐτά, χάνοντας κατ’ αὐτόν τόν τρόπο τήν ψυχή τους. Καμιά δικαιολογία τοῦ τύπου «αὐτά  ἦταν  παλιογκαιρίσια»  δέν  στέκεται.  ‘H  ψυχή  μας  ποτέ  δέν «παλιογκαιρίζει»· ἤ ὑπάρχει ἤ ὄχι. Δυστυχῶς καί ὁ λεγόμενος πολιτιστικός  Σύλλογος, μέ  ἕδρα  τή  Θεσσαλονίκη,  δέν  κάνει  δουλειά εἰς βάθος. Ἔτσι, ξεπλυμένοι, ἄχρωμοι καί ἄοσμοι, χωρίς ἐκείνη τή χαρακτηριστική νοστιμιά τῆς γνησιότητας καί τῆς ἀλήθειας, πορευόμαστε ξυπόλυτοι στ’ ἀγκάθια τῆς τερατογένεσης πού λέγεται σύγχρονος πολιτισμός καί κυρίως παγκοσμιοποίηση.

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΧΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ 

ΜΑΡΤΥΡΙΚΩΝ ΚΕΡΔΥΛΛΙΩΝ ΣΕΡΡΩΝ

  (Από το βιβλίο του ΓΕΩΡΓΙΟΥ Γ. ΚΥΡΜΕΛΗ 

"Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΚΕΡΔΥΛΛΙΩΝ " 

http://istoriakerdilliaserres.blogspot.gr/2013/07/blog-post.html

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΝΕΑ